ἐπιχωρίων

ἐπιχωρίων
ἐπιχώριος
in
fem gen pl
ἐπιχώριος
in
masc/neut gen pl
ἐπιχώριος
in
masc/fem/neut gen pl
ἐπιχωρέω
yield
pres part act masc nom sg (doric)
ἐπιχωρέω
yield
pres part act masc nom sg (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • вѣстьныи — (1*) пр. Известный, повсеместно принятый: и абье клѩтву нѣкую приложити вѣстную на словесное ѹтверженье (τῶν ἐπιχωρίων) ГБ XIV, 188в. вѣстьно средн. в сост. сказ. Известно: и вѣстьно бы(с) емѹ. ˫ако не внидеши во гра(д). ЛИ ок. 1425, 265 об.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Ennea Hodoi — (auch Enneahodoi, griechisch feminin Ἐννέα ὁδοί = Neun Wege) ist ein antike griechische Siedlung und Gegend in Thrakien, wo 437 v. Chr. von den Athenern Amphipolis gegründet wurde.[1] Die Bewohner von Ennea Hodoi kontrollierten das Tal des… …   Deutsch Wikipedia

  • APOLLOPHANES — I. APOLLOPHANES Poeta Comicus circa Olymp. 97. Suid. Aelian. Hist. animal. l. . c. 52. Item Poeta, cuius meminit Plin. l. 22. c. 21. II. APOLLOPHANES Regis Antigoni adulator, Apollophanem quendam Stoicum Laert. l. 7. ad Stoicorum placita et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • DINAH — i. e. iudicium vel iudicans: Iacobi A. M. 2289 ex Lea uxore filia. Vide Gen. c. 30. v. 21. Hanc Sichem stupro subdidit, quod malum Iacobo immissum putant Rabbini, quod in occursu Esavi fratris filiam occultaret, ne eam in uxorem peteret. Ioseph.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MAURUSII — Africae populi, quorum regio Maurusia, quam iuxta Herculis columnas, ponit Dionysius, v. 184. Ἀλλ᾿ ἤτοι πυμάτην μὲν ἐπὶ γλωχῖνα νέμονται Ἀγχοῦ ςηλάων, Μαυρουσίδος ἔθνεα γαίης. Virg. Aen. l. 4. v. 206. Iuppiter omnipotens, cui nunc Maurusia pictis …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SARDINIA — insul. et regnum in mari Ligustico, a variis habitata populis, tandem a Poenis occupata est, quibus tamen illam Romani eripuerunt. A Saracenis postmodum capta, inde a Pipino eiectis, A. C. 809. diu Pisanis et Genuensibus contentionis argumentum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κατηγορηματικός — ή, ό [κατηγόρημα] 1. αυτός που διατυπώνεται σαφώς και απεριφράστως, ρητός, οριστικός και ανεπιφύλακτος («η απάντηση ήταν κατηγορηματική») 2. αυτός που έχει θέση κατηγορουμένου 3. φρ. α) «κατηγορηματική μετοχή» η μετοχή η οποία λειτουργεί ως… …   Dictionary of Greek

  • μαστός — Αδενικό όργανο, το οποίο στον άντρα είναι υπολειμματικό και μη λειτουργικό, στη γυναίκα όμως αναπτύσσεται πλήρως και αποτελεί το όργανο του θηλασμού. Οι μ. υπάγονται στα όργανα της αναπαραγωγής· το αδενικό τους στοιχείο είναι ορμονοεξαρτώμενο και …   Dictionary of Greek

  • σύφιλη — (Ιατρ.). Χρόνια λοιμώδης αφροδίσια νόσος που οφείλεται στην ωχρά σπειροχαίτη (ή Τρεπόνημα το ωχρόν). Αμέσως μετά την ανακάλυψη της Αμερικής η σ. παρουσιάστηκε στην Ευρώπη με μορφή σοβαρών επιδημιών και στη συνέχεια διαδόθηκε στον υπόλοιπο κόσμο·… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”